προστήκομαι


προστήκομαι
Α
1. λειώνω και κολλώ πάνω σε κάποιον
2. μτφ. προσκολλώμαι, αφοσιώνομαι σε κάτι («προστήκεσθαι τῇ τέχνῃ», Αιλ.)
3. φρ. «προστακέντος ἰοῡ» — λέγεται για το δηλητήριο τού χιτώνα τού Ηρακλέους που, καθώς έλειωνε, έκανε τον χιτώνα να κολλάει πάνω στο σώμα του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ-* + τήκομαι «λειώνω, ρευστοποιώ»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προστετηκότα — προστήκομαι stick fast to perf part act neut nom/voc/acc pl προστήκομαι stick fast to perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστέτηκε — προστήκομαι stick fast to perf imperat act 2nd sg προστήκομαι stick fast to perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστέτηκεν — προστήκομαι stick fast to perf ind act 3rd sg προστήκομαι stick fast to plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσετετήκει — προστήκομαι stick fast to plup ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστακεῖσα — προστήκομαι stick fast to aor part pass fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστακέντος — προστήκομαι stick fast to aor part pass masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστετηκυῖα — προστήκομαι stick fast to perf part act fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστετηκυῖαι — προστήκομαι stick fast to perf part act fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστετηκυῖαν — προστήκομαι stick fast to perf part act fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστετηκέναι — προστήκομαι stick fast to perf inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)